Έκθεση ISC/IAP για την ισότητα των φύλων στους επιστημονικούς οργανισμούς

To International Science Council (ISC) και το InterAcademy Partnership (IAP), στα οποία συμμετέχει ως πλήρες μέλος η Κυπριακή Ακαδημία Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών, δημοσίευσαν την έκθεση με τίτλο ‘Towards gender equality in scientific organizations: assessment and recommendations’. Η έκθεση παρουσιάζει την πιο ολοκληρωμένη παγκόσμια αξιολόγηση μέχρι σήμερα σχετικά με την ισότητα των φύλων στους επιστημονικούς οργανισμούς, την οποία διεξήγαγαν το ISC, το IAP και το Standing Committee for Gender Equality in Science (SCGES).

Η ανάλυση βασίζεται σε θεσμικά δεδομένα από 136 οργανισμούς, απαντήσεις ερωτηματολογίων από σχεδόν 600 επιστήμονες και δώδεκα συνεντεύξεις με εκπροσώπους επιστημονικών οργανισμών. Βασιζόμενη σε παγκόσμιες έρευνες που πραγματοποιήθηκαν το 2015 και το 2020, η μελέτη προσφέρει μια δεκαετή προοπτική σχετικά με την πρόοδο και τα επίμονα κενά. Εντοπίζει τα διαρθρωτικά εμπόδια στην ισότητα των φύλων και αναδεικνύει τομείς όπου οι θεσμικές πολιτικές και πρακτικές έχουν συμβάλει σε μετρήσιμη αλλαγή.

Τα βασικά ευρήματα είναι ότι υπήρξε πραγματική πρόοδος από το 2015, αλλά οι γυναίκες εξακολουθούν να υποεκπροσωπούνται στους επιστημονικούς οργανισμούς σε σύγκριση με το ποσοστό τους στο παγκόσμιο επιστημονικό δυναμικό (31,1% των ερευνητών παγκοσμίως το 2022). Στις εθνικές Aκαδημίες, οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν κατά μέσο όρο το 19% των μελών το 2025, έναντι 12% το 2015 και 16% το 2020, με τα ποσοστά να κυμαίνονται από 2% έως σχεδόν 40%. Το ποσοστό των Aκαδημιών με πολύ χαμηλή εκπροσώπηση (λιγότερο από 10% γυναίκες μέλη) έχει μειωθεί περίπου στο μισό από το 2015. Στις διεθνείς επιστημονικές ενώσεις, η εκπροσώπηση των γυναικών ποικίλλει κυρίως ανά επιστημονικό πεδίο, αντανακλώντας διαφορές στις δεξαμενές κάθε κλάδου και όχι εθνικά ή θεσμικά πλαίσια. Παρότι τα συνολικά στοιχεία δεν είναι άμεσα συγκρίσιμα με εκείνα των Aκαδημιών, οι ενώσεις, ιδιαίτερα όσες είναι εταίροι της SCGES, αναφέρουν γενικά υψηλότερα επίπεδα συμμετοχής των γυναικών σε επιτροπές και διοικητικά όργανα, ενώ αντιμετωπίζουν πολλές από τις ίδιες προκλήσεις με τις ακαδημίες, συμπεριλαμβανομένων των επίμονων κενών στην ανώτερη ηγεσία και αναγνώριση.

Τα χάσματα στην εκπροσώπηση των φύλων δεν οφείλονται σε ρητούς περιορισμούς στην επιλεξιμότητα των γυναικών. Οι περισσότεροι επιστημονικοί οργανισμοί αναφέρουν τυπικά ανοιχτές και αξιοκρατικές διαδικασίες. Ωστόσο, οι διαδικασίες υποψηφιοτήτων που καθοδηγούνται από υπάρχοντα μέλη, καθώς και η εξάρτηση από άτυπα δίκτυα, συνεχίζουν να επηρεάζουν το ποιοι εντοπίζονται, ενθαρρύνονται και προτείνονται. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι γυναίκες παραμένουν υποεκπροσωπούμενες στις δεξαμενές υποψηφιοτήτων σε σχέση με την παρουσία τους στην επιστημονική κοινότητα. Όταν όμως προτείνονται, εκλέγονται ή βραβεύονται με ποσοστά ελαφρώς υψηλότερα από το μερίδιό τους στις υποψηφιότητες, γεγονός που δείχνει ότι οι βασικοί περιορισμοί λειτουργούν πριν από τις επίσημες διαδικασίες επιλογής.

Παρότι η εκπροσώπηση των γυναικών έχει αυξηθεί σε πολλούς οργανισμούς, αυτό δεν έχει μεταφραστεί με συνέπεια σε ρόλους ηγεσίας και λήψης αποφάσεων. Οι γυναίκες εξακολουθούν να υποεκπροσωπούνται σε προεδρικές θέσεις και ανώτερα διοικητικά όργανα, γεγονός που δείχνει ότι η επιρροή εντός των οργανισμών παραμένει άνισα κατανεμημένη. Οι γυναίκες που εντάσσονται σε επιστημονικούς οργανισμούς συμμετέχουν σε παρόμοιο βαθμό με τους άνδρες, όμως αυτό δεν οδηγεί σε αντίστοιχη επαγγελματική εξέλιξη ή αναγνώριση. Οι γυναίκες έχουν πάνω από τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να αναφέρουν εμπόδια στην εξέλιξή τους και 4,5 φορές περισσότερες πιθανότητες να χάσουν ευκαιρίες λόγω ευθυνών φροντίδας. Σε όλα τα επιστημονικά πεδία και τους τύπους οργανισμών, οι γυναίκες είναι επίσης 2,5 φορές πιθανότερο από τους άνδρες να αναφέρουν εμπειρίες παρενόχλησης και, ταυτόχρονα, εκφράζουν χαμηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης στη διαφάνεια των διαδικασιών επιλογής και στους μηχανισμούς αναφοράς και αντιμετώπισης παραβατικής συμπεριφοράς.

Περισσότερο από το 60% των Aκαδημιών και των διεθνών ενώσεων αναφέρουν πλέον ότι έχουν εισαγάγει πολιτικές ή πρωτοβουλίες σχετικές με το φύλο, με στόχο την προώθηση της ισότητας. Ωστόσο, αυτές οι προσπάθειες περιορίζονται συχνότερα σε δράσεις ευαισθητοποίησης ή ενθάρρυνσης και σπάνια υποστηρίζονται από ειδικές δομές, οικονομικούς ή ανθρώπινους πόρους ή μηχανισμούς αξιολόγησης. Ως αποτέλεσμα, οι προσπάθειες για την ισότητα των φύλων τείνουν να παραμένουν στο περιθώριο των βασικών διαδικασιών διακυβέρνησης και συχνά εξαρτώνται από τη δέσμευση μεμονωμένων ατόμων αντί για διαρκή θεσμική υποστήριξη.

Η πλήρης Έκθεση είναι διαθέσιμη, στα αγγλικά, στην ιστοσελίδα του ISC: https://council.science/publications/towards-gender-equality-in-scientific-organizations/